ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΜΕΛΕΙΑ EΠΙ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ ΚΟΡΟΝΟΪΟΥ: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με την απόφαση υπ’αριθμόν 77/2021, έκανε δεκτή έφεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ. το οποίο είχε απορρίψει αίτημα για την διενέργεια νεκροψίας – νεκροτομής σε πτώμα θανόντα, ο οποίος νοσηλευόταν στο νοσοκομείο ως ασθενής με κορονοϊό, ώστε να διερευνηθούν τυχόν ευθύνες για τον θάνατο του.

Το Συμβούλιο Εφετών διέταξε στα πλαίσια της διενεργουμένης προκαταρκτικής εξέτασης τη διερεύνηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά παντός υπευθύνου του νοσοκομείου και τη διενέργεια νεκροψίας – νεκροτομής στη σορό του 41χρονου θανόντος.

Ως προς τα πραγματικά περιστατικά ο θανών νοσηλευόταν σε τοπικό νοσοκομείο, στο οποίο είχε εισαχθεί λόγω συμπτωμάτων κορονοϊού από 2-3-2021 έως 30-3-2021, οπότε και κατέληξε.

Οι οικείοι και η σύζυγος του υπέβαλαν μήνυση κατά παντός υπευθύνου του αρμοδίου Γενικού Νοσοκομείου για ανθρωποκτονία από αμέλεια θεωρώντας ότι δεν έτυχε της επιβεβλημένης ιατρικής φροντίδας και της κατάλληλης νοσηλείας, όπως ειδικώς αιτιολογούν (σίτιση, κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, κ.ά.).

Επίσης, οι ανωτέρω εγκαλούσες υποστηρίζουν πως δεν ενημερώθηκαν εγκαίρως από τους ιθύνοντες του νοσοκομείου για το γεγονός του θανάτου του ασθενή. Μάλιστα, έλαβαν της σχετικής ενημέρωσης την ημέρα που μετέβησαν στο νοσοκομείο προκειμένου να κινήσουν την διαδικασία για την μεταφορά του ασθενούς στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ρίου με ιδιωτικό ασθενοφόρο, την οποία επεδίωξαν και είχε συμφωνηθεί όπως υποστηρίζουν.

Επίσης, ένα ακόμη προβληματικό σημείο είναι ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ του χρόνου θανάτου που είχε δηλωθεί στις εγκαλούσες και σε αυτόν που βεβαιωνόταν στο πιστοποιητικό θανάτου.

Ως προς το ιστορικό της υπόθεσης, παρατηρείται πως ενώ αρχικά είχε δοθεί εντολή από την αρμόδια Εισαγγελία Πλημ/κών για νεκροψία – νεκροτομή προκειμένου να διερευνηθούν τα ακριβή αίτια του θανάτου του, στη συνέχεια η εντολή ανακλήθηκε ύστερα από έγγραφο της προϊσταμένης της ιατροδικαστικής υπηρεσίας, η οποία επικαλούνταν αφενός οδηγίες του ΕΟΔΥ περί κινδύνου διασποράς του κορονοϊού και αφετέρου την έλλειψη κατάλληλης υποδομής των εγκαταστάσεων του νεκροτομείου Πάτρας.

Ωστόσο, ούτε από το ΕΟΔΥ ούτε από τα διεθνή δεδομένα απαγορεύεται η διενέργεια νεκροτομής-νεκροψίας σε θανόντες από κορονοϊό, αντιθέτως αυτή επιτρέπεται όταν κρίνεται απαραίτητο. Συγκεκριμένα, βάσει και τις Ευρωπαϊκές συστάσεις: «Νεκροτομές θα πρέπει να γίνονται σε όλες τις περιπτώσεις υπόνοιας ή προφανούς μη φυσικού θανάτου, ακόμη και αν υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση μεταξύ των γεγονότων που προηγήθηκαν και του χρόνου του θανάτου, ειδικώς δε: … e. Σε περιπτώσεις υπόνοιας ιατρικής αμέλειας».

Σε κάθε περίπτωση, όπως επισημάνθει από την παράσταση προς υποστήριξη κατηγορίας, χωρίς τη διενέργεια νεκροψίας – νεκροτομής είναι αδύνατο να εξακριβωθούν τα ακριβή αίτια του θανάτου του. Πόσω μάλλον, όταν το προσβαλλόμενο βούλευμα αρκούταν στο πιστοποιητικό θανάτου που υπέγραψαν οι θεράποντες ιατροί και το οποίο βεβαίωνε ότι ο θανών απεβίωσε από λοίμωξη αναπνευστικού COVID και αναπνευστική ανεπάρκεια, χωρίς να στηρίζεται σε περαιτέρω επιστημονικά στοιχεία.

Επίσης, προέκυπτε το εύλογο ερώτημα ως προς το επιχείρημα «περί κινδύνου διασποράς του κορονοϊού (ιού του αναπνευστικού), ως προς το πώς διενεργούνταν νεκροψίες προ κορονοϊού σε θανόντες από πνευμονία, ή αντίστοιχες ιώσεις».

Μέσω αυτής της υπόθεσης αναδεικνύεται και ο ρόλος της προκαταρκτικής εξέτασης, κατά την οποία «επιδιώκεται η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να αποφασισθεί αν πρέπει να κινηθεί η ποινική δίωξη και για την επίτευξη του σκοπού αυτού πρέπει να χρησιμοποιηθούν όλα τα αναγκαία για τη διερεύνηση του αδικήματος αποδεικτικά μέσα και να διε­νεργηθούν όλες οι σχετικές ανακριτικές πράξεις, οι οποίες θα μπορούσαν να εισφέρουν αποδεικτικά στοιχεία για την ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βασιμότητας της μήνυσης. Η ύπαρξη ενός αποδεικτικού στοιχείου ή η διενέργεια μια ανακριτικής πράξης προς την κατεύθυνση αυτή δεν μπορεί να εκ προοιμίου να αποκλείει την αναγκαιότητα συλλογής άλλου αποδεικτικού στοιχείου, ούτε την αναγκαιότητα διενέργειας μιας άλλης ανακριτικής πράξης, αφού σκοπός του παρόντος δικονομικού σταδίου είναι η συλλογή όλων των δυνατών αποδεικτικών στοιχείων και η διενέργεια όλων των δυνατών και σχετικών με την καταγγελία/μήνυση ανακριτικών πράξεων, ακριβώς λόγω του διερευνητικού χαρακτήρα της προκαταρκτικής εξέτασης».


Ως προς το ζήτημα της “ιατρικής αμέλειας” ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εγκύκλιος του ο Άρειου Πάγου (υπ’αριθμ.14/2021), η οποία εξεδόθη με αφορμή την απόφαση του ΕΔΔΑ για την υπόθεση Mehmood κατά Ελλάδας (υπ’ αριθμ. 77238/16 προσφυγή) και με με σκοπό στο να συμβάλει στην αποφυγή συναφών παραβιάσεων του άρθ.2 της ΕΣΔΑ, «αναφορικά με τη διερεύνηση των συνθηκών θανάτου ενός προσώπου, για την επέλευση του οποίου καταγγέλλεται ότι υπήρξε ιατρική αμέλεια».

Συγκεκριμένα, ο ΑΠ υποστηρίζει ότι: «Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η υποχρέωση προστασίας του δικαιώματος στην ζωή, που προβλέπει το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το γενικό καθήκον των Συμβαλλομένων Κρατών δυνάμει του άρθρου 1 της Σύμβασης, συνεπάγεται τη δικονομική υποχρέωση των Κρατών για τη θέσπιση ενός αποτελεσματικού και ανεξάρτητου δικαστικού συστήματος ικανού, σε περίπτωση θανάτου ενός ατόμου, που τελεί υπό την ευθύνη επαγγελματικών της υγείας, είτε αυτοί ανήκουν στο δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα, να εξακριβώσει τα αίτια του θανάτου και να υποχρεώσει τους τυχόν υπευθύνους να λογοδοτήσουν για τις πράξει τους. Η αποτελεσματικότητα της σχετικής δικαστικής-εισαγγελικής έρευνας προϋποθέτει πάντοτε επιμέλεια, ταχύτητα και σχολαστικότητα

Επιπλέον, ο ΑΠ θέτει ως αναγκαία προϋπόθεση για να τελεστεί το ανωτέρω έργο της δικαιοσύνης είναι «η ύπαρξη τυπικής και ουσιαστικής ανεξαρτησίας όλων των εμπλεκομένων προσώπων στα συμβάντα, όλων των μερών που είναι επιφορτισμένα να αξιολογήσουν τα γεγονότα στο πλαίσιο της διαδικασίας, η οποία πρέπει να οδηγήσει στην εξακρίβωση της αιτίας του θανάτου, η απαίτηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με τις ιατρικές πραγματογνωμοσύνες και τους πραγματογνώμονες ιατρούς».

Στην κριθείσα περίπτωση το ΕΔΔΑ προέβη στην διαπίστωση ότι η διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση είχε υπερβολικά μεγάλη διάρκεια, γεγονός που παραδέχτηκε και η ελληνική κυβέρνηση.

Επίσης, ως προς τις διενεργηθείσες, δύο σε αριθμό, ιατρικές πραγματογνωμοσύνες διεπίστωσε ανεπάρκεια.

Βάσει το ανωτέρω, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η παραβίαση του δικονομικού σκέλους του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ, έγκειται στο ότι:

” Έναντι μιας υπερασπίσιμης αιτίασης μέσα στο πλαίσιο της οποίας ο προσφεύγων ισχυριζόταν ότι μία ιατρική αμέλεια είχε καταλήξει στο θάνατο της συζύγου του, το εθνικό σύστημα δεν ανταποκρίθηκε επαρκώς σύμφωνα με την υποχρέωση την οποία το άρθρο 2 επέβαλλε στο Κράτος” (§ 72 της απόφασης του ΕΔΔΑ).

Ακολούθως, ο ΑΠ επισημαίνει τα εξής:

1.            Η ελληνική έννομη τάξη προνοεί για την επίτευξη της ταχείας διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης, βάσει και του άρθρου 243 παρ.2 ΚΠΔ. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση της εν θέματι προσφυγής στο ΕΔΔΑ, η προκαταρκτική εξέταση είχε διάρκεια 5 ετών (!!!), με συνέπεια να καθίσταται αυταπόδεικτη η παραβίαση του δικονομικού σκέλους του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ.

2.            Η διερεύνηση υποθέσεων ποινικής ευθύνης από ιατρική αμέλεια είναι εξ αντικειμένου δυσχερής. Στις περιπτώσεις αυτές, η αξιοποίηση των αποδεικτικών μέσων της πραγματογνωμοσύνης (183 ΚΠΔ) και των μαρτύρων με ειδικές γνώσεις (203 ΚΠΔ) αποτελεί «δικονομικό μονόδρομο». Επιπλέον, το εσωτερικό δίκαιο παρέχει σχετική κατευθυντήρια οδηγία στο άρθρο 186 εδ.α ΚΠΔ.

Αντίστοιχα, ανακύπτει υποχρέωση του ιατρού πραγματογνώμονα να συντάξει με επιμέλεια τη γνωμοδότησή του η οποία (κατά το νόμο) πρέπει να είναι “αιτιολογημένη” (άρθρ. 198 ΚΠΔ) και (κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ) πρέπει να διέπεται από πνεύμα ανεξαρτησίας έναντι των απόψεων και ισχυρισμών των εμπλεκομένων στο ατυχές περιστατικό συναδέλφων του ιατρών. Ο πραγματογνώμονας ιατρός οφείλει να δίδει ευκρινείς απαντήσεις στα τιθέμενα ερωτήματα, να διερευνά όλες τις συνιστώσες του ιατρικού περιστατικού, να υποστηρίζει με βιβλιογραφικά και στατιστικά επιστημονικά δεδομένα τις παραδοχές του για τυχόν σχετιζόμενες με το θάνατο επιπλοκές των ιατρικών πράξεων και εντέλει, καλύπτοντας όλες τις ιατρικές παραμέτρους της υπόθεσης, να θεμελιώνει πειστικά το συμπέρασμά του περί του αν οι εμπλεκόμενοι ιατροί ενήργησαν lege artis, δηλαδή με βάση τους γενικά παραδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης (άρθρα 2 §3, 3 §2 στοιχ.γ και 10 §1 Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας [Ν.3418/2005]).


Η Μαριάντζελα Φραγγή, είναι εν ενεργεία δικηγόρος και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Χαλκίδας από το 2020, με ενεργή απασχόληση και εκπροσώπηση στα δικαστήρια εντολέων επί ποινικών υποθέσεων. Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να επικοινωνήσετε στο τηλ. 2221181308 και e-mail: mariafr.lawoffice@gmail.com

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *