ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΙΝΗΣΗΣ

” Ένα άτομο είναι ελεύθερο, όχι μόνο όταν δεν συλλαμβάνεται και δεν κρατείται αυθαίρετα, αλλά όταν μπορεί να κινείται ελεύθερα, να διαμένει και να εγκαθίσταται όπου θέλει.”, Δαγτόγλου Π.Δ., Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα.


Το Σύνταγμα της Ελλάδας πρέπει να καταργηθεί | πιτσιρίκος

Σύνταγμα – αρ.5 παράγραφος 3, 4 (Σ.5 §3-4):

3. H προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Kανένας δεν καταδιώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος.

4. Απαγορεύονται ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιονδήποτε Έλληνα την ελεύθερη κίνηση ή εγκατάσταση στη Χώρα, καθώς και την ελεύθερη έξοδο και είσοδο σ’ αυτήν.

(Eξαίρεση) Τέτοιου περιεχομένου περιοριστικά μέτρα είναι δυνατόν να επιβληθούν μόνο ως παρεπόμενη ποινή με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανάγκης και μόνο για την πρόληψη αξιόποινων πράξεων, όπως νόμος ορίζει.


Τί περιλαμβάνει η συνταγματική “ελευθερία κίνησης”;

Γενικότερα, ελευθερία κίνησης σημαίνει κίνηση σε οποιονδήποτε χώρο και χρόνο εντός ελληνικής επικράτειας, πλην νομοθετημένων εξαιρέσεων (π.χ. απαγόρευση εισόδου γυναικών στο Άγιο Όρος, απαγόρευση οχημάτων εντός δακτυλίου λ.χ. εντός Αττικής ανά ώρες/μέρες, κλπ.).

Η ελευθερία κίνησης δεν μπορεί να τελεί υπό τον όρο της κρατικής άδειας. Σύμφωνα, με την συνταγματική θεωρία, όπως αυτή αναπτύσσεται στο σύγγραμμα του κ.Δαγτόγλου:

Aντισυνταγματική θα ήταν και η επιβολή υποχρέωσης δήλωσης (αναγγελίας, γνωστοποίησεως) κάθε κινήσεως, γιατί θα κατέληγε στην πράξη σε τέτοια συρρίκνωση και εξασθένιση του δικαιώματος, ώστε θα έθιγε τον ίδιο τον πυρήνα μίας ελευθερίας που το Σύνταγμα μας διακηρύσσει ως “απαραβίαστη”.

Σε κάθε περίπτωση, προβλέπεται ειδικώς η δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας κινήσεως με την προϋποθεση ότι δεν θίγει τον πυρήνα αυτής της ελευθερίας.


Πότε μπορεί να περιοριστεί η “ελευθερία κίνησης”;

  • Η ελευθερία κίνησης μπορεί να περιοριστεί για λόγους δημόσιας υγείας και για σε περιπτώσεις ποινικής δίωξης που προκύπτει από εισαγγελική πράξη, καθώς και πρόληψης αξιοποίνων πράξεων ως παρεπόμενη ποινή σύμφωνα με απόφαση ποινικού δικαστηρίου.
  • Η “ελευθερία κίνησης” μπορεί να ανασταλεί στην περίπτωση του Σ.48 “Κατάσταση Πολιορκίας”

Αρθρο 48: (Κατάσταση πολιορκίας)

“1. Σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας, καθώς και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος, η Bουλή, με απόφασή της, που λαμβάνεται ύστερα από πρόταση της Kυβέρνησης, θέτει σε εφαρμογή, σε ολόκληρη την Eπικράτεια ή σε τμήμα της, το νόμο για την κατάσταση πολιορκίας, συνιστά εξαιρετικά δικαστήρια και αναστέλλει την ισχύ του συνόλου ή μέρους των διατάξεων των άρθρων 5 παράγραφος 4, 6, 8, 9, 11, 12 παράγραφοι 1 έως και 4, 14, 19, 22 παράγραφος 3, 23, 96 παράγραφος 4 και 97. O Πρόεδρος της Δημοκρατίας δημοσιεύει την απόφαση της Bουλής.
Mε την απόφαση της Bουλής
ορίζεται η διάρκεια ισχύος των επιβαλλόμενων μέτρων, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τις δεκαπέντε ημέρες.
2. Σε περίπτωση απουσίας της Bουλής ή αν συντρέχει αντικειμενική αδυναμία να συγκληθεί εγκαίρως, τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου λαμβάνονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Yπουργικού Συμβουλίου. Tο διάταγμα υποβάλλεται από την Kυβέρνηση στη Bουλή για έγκριση μόλις καταστεί δυνατή η σύγκλησή της, ακόμη και αν έληξε η βουλευτική περίοδος ή η Bουλή έχει διαλυθεί, και πάντως μέσα σε δεκαπέντε ημέρες το αργότερο.
3. H διάρκεια των κατά τις προηγούμενες παραγράφους μέτρων μπορεί να παρατείνεται ανά δεκαπενθήμερο μόνο με προηγούμενη απόφαση της Bουλής, η οποία συγκαλείται ακόμη και αν έχει λήξει η βουλευτική περίοδος ή η Bουλή έχει διαλυθεί.
4. Tα κατά τις προηγούμενες παραγράφους μέτρα αίρονται αυτοδικαίως με τη λήξη των προθεσμιών που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, εφόσον δεν παρατείνονται με απόφαση της Bουλής, και σε κάθε περίπτωση με τη λήξη του πολέμου, εφόσον είχαν επιβληθεί εξαιτίας πολέμου…”


Καταλήγωντας, η ελευθερία κίνησης δεν ανήκει στην κατηγορία των απόλυτων δικαιωμάτων και για αυτόν τον λόγο είναι επιδεκτική περιορισμών. Ειδικά, σε συνθήκες πανδημίας η δημόσια υγεία προτάσσεται έναντι των λοιπών ελευθεριών.

Σε καμία περίπτωση, όμως, ένα συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα δεν μπορεί να συρρικνωθεί σε τέτοιο βαθμό, που να οδηγεί στην μη τήρηση του πρόσφορου, αναγκαίου και ανάλογου μέτρου.

Το βαρύτερο μέτρο μπορεί να επέλθει όταν δεν υπάρχουν άλλες ηπιότερες εξ ίσου αποτελεσματικές λύσεις, οπότε αναλόγως των περιστάσεων και της στάθμισης των συνθηκών, προκύπτει με την μεγαλύτερη δυνατή βεβαιότητα ότι το επιβαλλόμενο μέτρο είναι όχι μόνο απολύτως αναγκαίο αλλά και ικανό να οδηγήσει στο επιδιωκόμενο σκοπό.

Διαφορετικά, μη τηρουμένων των συνταγματικών αυτών αρχών, τυχόν αφαιρετικές τάσεις και περιορισμοί εις βάρος ενός ισχύοντος δικαιώματος χάριν “αποκατάστασης” ενός άλλου πληγέντος, κατά την άποψη μου, όχι μόνο είναι καταδικασμένοι να αποτύχουν αλλά είναι και ικανοί να πλήξουν σημαντικά άλλα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, με βαρύτατο αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή των πολιτών.

Mαριάντζελα Φραγγή, Δικηγόρος, LLM Εμπορικού και Εταιρικού Δικαίου με εξειδίκευση στον Κανονισμό Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (GDPR)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *