ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ: ΕΥΘΥΝΗ ΕΡΓΟΔΟΤΗ – ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ

ΕΥΘΥΝΗ ΕΡΓΟΔΟΤΗ

Κατ’αρχάς, ο εργοδότης οφείλει σε προληπτικό στάδιο να προσαρμόζει το περιβάλλον εργασίας σύμφωνα με τις επιστημονικές εξελίξεις και να εκτιμά όλους τους υφιστάμενους κινδύνους για τους εργαζομένους. Επίσης, έχει την υποχρέωση να τηρεί όλες τις σχετικές διατάξεις νόμου και να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή την εργατικών ατυχημάτων, μεριμνώντας για την τήρηση των συνθηκών υγείας στο εργασιακό περιβάλλον.

Ειδικότερα, σύμφωνα με ΑΚ 662 «Ο εργοδότης οφείλει να ρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με το χώρο της, καθώς και τα σχετικά με τη διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου».

Σε περίπτωση που στοιχειοθετείται εργατικό ατύχημα, ο εργοδότης έχει αντικειμενική ευθύνη προς αποζημίωση του εργαζομένου.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Ν.551/1915 αρ. 1, 2, 3 και 6, ο κύριος της επιχείρησης υποχρεούται ανεξαρτήτως υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη), δηλαδή πταίσματος του ιδίου ή των προστηθέντων σε αυτόν προσώπων, να καταβάλει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση στον εργαζόμενο για την περιουσιακή ζημία που αυτός υπέστη. Η αποζημίωση αυτή προς τον παθόντα είναι περιορισμένη μίας και εξαρτάται από την διάρκεια και μορφή της ανικανότητας (μερική/ολική).

Η ως άνω αποζημίωση μπορεί να μειωθεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα του αρ.16 του Ν. 551/1915, αν αποδεικνύεται από τον υπόχρεο προς αποζημίωση ότι η βλάβη υγείας του εργαζομένου οφείλεται σε αμέλεια που επέδειξε ο τελευταίος παραβιάζοντας αδικαιολογήτως  τους ισχύοντες νόμους ή τα διατάγματα για τους όρους ασφαλείας ή τους σχετικούς κανονισμούς.

Απ’την στιγμή που ο εργαζόμενος που υπέστη το εργατικό ατύχημα είναι ασφαλισμένος στον ΕΦΚΑ, ο φορεάς αυτός είναι υποχρεωμένος να συνεισφέρει στην αποκατάσταση της επελθούσης ζημίας σύμφωνα και με Α.Ν. 1846/1951.

Να σημειωθεί ότι όταν ο εργαζόμενος είναι ασφαλισμένος του ΕΦΚΑ, ο εργοδότης απαλλάσσεται να τον αποζημιώσει στις περιπτώσεις που ορίζονται από τον Ν.551/ 1915 ή στο αρ.60 παρ.3 του α.ν. 1846/ 1951: «Εις περίπτωσιν ανικανότητος προς εργασίαν ή θανάτου, οφειλομένου εις ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος επελθόντος εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, εάν ο παθών περιλαμβάνεται μεταξύ των ασφαλιστέων κατά τον παρόντα νόμον προσώπων ή εν περιπτώσει θανάτου του, τα εν άρθρω 28 παραγρ. 6 αναφερόμενα πρόσωπα, δικαιούνται των παροχών της ασφαλίσεως του παρόντος νόμου, ο οικείος εργοδότης απαλλάσσεται της εκ των διατάξεων του Β. Δ/τος της 24ης Ιουλίου «περί κωδικοποιήσεως των νόμων περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντος εργατών ή υπαλλήλων, ως αύται ετροποποιήθησαν μεταγενεστέρως, υποχρεώσεως προς καταβολήν της παρά τούτων προβλεπομένης αποζημιώσεως εξόδων νοσηλείας και κηδείας».

Συγκεκριμένα, σε περίπτωση ανικανότητας του εργαζομένου να εργασθεί λόγω του εργατικού ατυχήματος, ο ίδιος έχει δικαίωμα να λάβει τις προβλεπόμενες από τον νόμο ασφαλιστικές παροχές. Σε αυτές συμπεριλαμβάνονται, η ιατροφαρμακευτική/ νοσοκομειακή περίθαλψη, επίδομα ασθενείας, καθώς και σύνταξη αναπηρίας για την περίοδο ανικανότητας.  

Εξαίρεση από την απαλλαγή του εργοδότη υφίσταται σε περίπτωση που διαπιστώνεται με δικαστική απόφαση ότι εξαιτίας του δόλου του τελευταίου ή των προστηθέντων σε αυτόν προσώπων, επήλθε το εργατικό ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας του εργαζομένου ή εξ αφορμής αυτής, είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος καθεαυτό είτε ως προς τη μη τήρηση των μέτρων ασφαλείας και υγείας όπως αυτά προβλέπονται ειδικά από τις σχετικές διατάξεις νόμων και κανονισμούς εργασίας. Σύμφωνα, με το αρ.212 του Ν. 4512/2018 και του αρ. 34 παρ.2 του Α.Ν. 1846/1951:

Ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον ΕΦΚΑ κάθε δαπάνη που αυτός χορήγησε στον παθόντα-εργαζόμενο λόγω του εργατικού ατυχήματος.

Επίσης, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον παθόντα ή στα συγγενικά πρόσωπα, σε περίπτωση θανάτου του παθόντα από το εργατικό ατύχημα, την διαφορά μεταξύ των άνω παροχών και της πλήρους αποζημίωσης που ο παθών δικαιούται κατά τις διατάξεις του Α.Κ.

Τονίζεται ότι όταν υφίσταται εργατικό ατύχημα από πταίσμα  του εργοδότη ή την προστηθέντων σε αυτόν προσώπων, το οποίο έγκειται στην αμέλεια λήψης των απαραίτητων για τη διασφάλιση της προστασίας της υγείας και της ζωής του εργαζομένου μέτρων, ο εργοδότης δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη προς αποζημίωση για ηθική βλάβη (προς τον εργαζόμενο) ή για ψυχική οδύνη (προς τους συγγενείς σε περίπτωση θανάτου του εργαζομένου).

Το ύψος της αποζημίωσης εξαρτάται από την κρίση του δικαστή, ο οποίος μεταξύ άλλων λαμβάνει υπόψη το μέγεθος της βλάβης που υπέστη ο εργαζόμενος, τις συνθήκες του ατυχήματος, κ.ά. Οι σχετικές αξιώσεις αποζημίωσης υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή από την ημέρα του ατυχήματος.

Διαβάστε περισσότερα για την ηθική βλάβη και την ψυχική οδύνη, εδώ.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΝΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΔΟΤΗ

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Ν.3850/2010 αρ.43 παρ.2 ο εργόδοτης οφείλει να αναγγείλει στις αρμόδιες Επιθεωρήσεις Εργασίας, στις πλησιέστερες αστυνομικές αρχές και στις αρμόδιες υπηρεσίες του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος, εντός 24 ωρών, όλα τα εργατικά ατυχήματα και εφόσον πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου, να τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία που δύνανται να χρησιμεύσουν για εξακρίβωση των αιτίων του ατυχήματος.

Επίσης, απαιτείται να τηρεί ειδικό βιβλίο ατυχημάτων στο οποίο να αναγράφονται τα αίτια και η περιγραφή του ατυχήματος και να το θέτει στη διάθεση των αρμόδιων αρχών. Τα μέτρα που λαμβάνονται για την αποτροπή επανάληψης παρόμοιων συμβάντων, καταχωρούνται στο ειδικό βιβλίο των άρθρων 14 και 17.

Σε κάθε περίπτωση αναγγελία στον ΕΦΚΑ μπορεί να γίνει και από τον παθόντα, συγγενείς του θύματος σε περίπτωση θανάτου του εργαζομένου αλλά και από κάθε τρίτο που έλαβε γνώση του ατυχήματος, εντός 5 ημερών από την επομένη του ατυχήματος ενώ σε περίπτωση νοσηλείας του εργαζομένου από την ημέρα που έλαβε εξιτήριο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, π.χ. ολική αναπηρία, ο χρόνος αναγγελίας παρατείνεται και ως 1 χρόνο ενώ σε περίπτωση θανάτου του εργαζομένου, υπολογίζεται σε 2 χρόνια. Στις παραπάνω προθεσμίες δεν υπολογίζονται οι Κυριακές και οι επίσημα καθιερωμένες αργίες.

Διαβάστε το άρθρο για τα εργατικά ατυχήματα εδώ.

Mαριάντζελα Φραγγή, Δικηγόρος, LLM Εμπορικού και Εταιρικού Δικαίου με εξειδίκευση στον Κανονισμό Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (GDPR)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *