GDPR V CCPA: ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ (ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ)

Yπό την επιρροή του σκανδάλου Cambridge Analytica και της εφαρμογής του GDPR, τον Ιούνιο του 2018, τέθηκε σε εφαρμογή στην Καλιφόρνια το αυστηρότερο νομικό πλαίσιο αναφορικά με τα προσωπικά δεδομένα που είχε ποτέ ισχύσει σε πολιτεία των Ηνωμένων Πολιτειών και παρά τα αντίθετα συμφέροντα παγκοσμίων κολοσσών όπως Facebook, Google, Microsoft και Amazon.

Πρόκειται για το Νόμο Ιδιωτικής Προστασίας των Καταναλωτών της Καλιφόρνιας (CCPA), που τέθηκε σε ισχύ από τον Ιανουάριο του 2020 και επίσημα εφαρμόζεται από τον Ιούλιο του ίδιου έτους.

 Αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετές πολιτείες φαίνεται να ακολουθούν σταδιακά το παράδειγμα της Καλιφόρνιας, εισάγοντας αυστηρότερα νομοθετικά πλαίσια αναφορικά με την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων (λ.χ. New York, New Jersey, Maryland, Washington), αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες για την δημιουργία ενός ομοσπονδιακού νομικού καθεστώτος για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Το CCPA επικεντρώνεται στα προσωπικά δεδομένα που αξιοποιούνται για οικονομικούς/εμπορικούς σκοπούς και στην προστασία της ιδιωτικότητας των καταναλωτών. Εγκαθιδρύει το δικαίωμα πρόσβασης αλλά και το δικαίωμα των υποκειμένων να αιτούνται την διαγραφή των προσωπικών τους δεδομένων. Παρουσιάζει,τέλος, αυστηρότερες ρυθμίσεις αναφορικά με το δικαίωμα των πολιτών για “opt-out”, σε σχέση με το GDPR. 

CCPA V GDPR

Το CCPA δεν παρουσιάζει την συνεκτικότητα του GDPR αλλά κινείται αναμφισβήτητα προς θετική κατεύθυνση αναφορικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων, δημιουργώντας νέες υποχρεώσεις για τις επιχειρήσεις που συλλέγουν και επεξεργάζονται ιδιωτικές πληροφορίες των πολιτιών. 

Κοινά σημεία και των δύο κανόνων είναι ότι δίνουν τη δυνατότητα στους πολίτες να ανακτήσουν τον χαμένο, επί σειρά ετών, έλεγχο επί των προσωπικών τους δεδομένων, συμβάλλοντας στην αύξηση της διαφάνειας. 

Συγκεκριμένα, τόσο το GDPR όσο και το CCPA βοηθούν τους πολίτες να λάβουν γνώση σχετικά με το ποία δεδομένα τους συλλέγονται καθώς σχετικά και με το πώς και γιατί αυτά χρησιμοποιούνται. Λόγω αυτού κάποιοι υποστηρίζουν ότι το CCPA αποτελεί την αμερικανική εκδοχή του GDPR. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ρυθμίσεις αμφότερων νομοθετικών πλαισίων ταυτίζονται σε αρκετά σημεία, αναφορικά με τα δικαιώματα πρόσβασης των πολιτών, τη δυνατότητα οι τελευταίοι να αιτούνται την διαγραφή των δεδομένων τους και την ρητή υποχρεώση των επιχειρήσεων που διαχειρίζονται δεδομένα να ενημερώνουν και να καταγγέλουν στις αρμόδιες υπηρεσίες σχετικές παραβιάσεις.

Ωστόσο, υπάρχουν αξιοσημείωτες διαφορές αναφορικά με την έκταση εφαρμογής, τους  περιορισμούς και ορισμένες βασικές αρχές, οι οποίες αναλύονται παρακάτω. Οι διαφορές αυτές αποδεικνύουν ότι το CCPA δεν αποτελεί ακριβές αντίτυπο του GDPR αλλά παρουσιάζει τις δικές του ιδιομορφίες.

NΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ:

 To GDPR απαιτεί ρητώς όλες οι επιχειρήσεις που επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα να τηρούν τις προϋποθέσεις νομιμότητας. Η ρύθμιση αυτή δεν είναι καινοτομία του GDPR, μίας και υπήρχε και στο προϊσχύσαν καθεστώς προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

 Ωστόσο,  το GDPR αναμφισβήτητα διευκρίνισε περαιτέρω το συγκεκριμένο ζήτημα στο άρθρο 6, θέτοντας έξι προϋποθέσεις νόμιμης επεξεργασίας, μεταξύ των οποίων είναι η ύπαρξη συναίνεσης, η οποία παρέχεται από το υποκείμενο δικαιωμάτων με τρόπο ξεκάθαρο ούτως ώστε η επιχείρηση να επεξεργάζεται τα δεδομένα του για ορισμένο σκοπό. 

Το CCPA, απ’την άλλη, δεν θέτει ευθέως τέτοια προϋπόθεση νομιμότητας επεξεργασίας. Βέβαια, σύμφωνα με τις αρχές του Συντάγματος των ΗΠΑ και  του άρθρου 1 της Διακήρυξης Δικαιώματων της Καλιφόρνιας ισχύει η γενική παραδοχή ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να επεξεργάζονται δεδομένα των πολιτών με τον όρο ότι η επεξεργασία αυτή δεν αντίκειται στο νόμο. 

Παρότι, δηλαδή, δεν υπάρχει ρητή προϋπόθεση περί νομιμότητας της επεξεργασίας, ισχύουν σχετικοί κανόνες συνταγματικής εφαρμογής για την προστασία των δικαιωμάτων καταναλωτών και των επιχειρήσεων, ώστε τα δεδομένα των τελευταίων να μην υπόκεινται σε επεξεργασία και χρήση για παράνομους σκοπούς.

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ:

To GDPR από εδαφική σκοπιά καταλαμβάνει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής συγκριτικά με το CCPA. 

Συγκεκριμένα, η εφαρμογή του GDPR καλύπτει μία σειρά οργανισμών, δημοσίων οργάνων και ινστιτούτων καθώς και ΜΚΟ. 

Βάσει του άρθρου 3 εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις, ιδιωτικές και δημόσιες, οι οποίες είτε είναι εγκαθιδρυμένες στην Ευρώπη ή επεξεργάζονται δεδομένα Ευρωπαίων πολιτών, ανεξαρτήτως αν αυτές εδράζονται ή όχι εντός ευρωπαϊκών συνόρων. 

Αντιθέτως, το CCPA έχει πιο περιορισμένη εφαρμογή καταλαμβάνοντας μόνο τις επιχειρήσεις που επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα για εμπορικούς σκοπούς στην πολιτεία της Καλιφόρνια ακόμα και αν δεν έχουν φυσική παρουσία στην πολιτεία αυτή.Οι επιχειρήσεις αυτές για να καλύπτονται από το CCPA πρέπει να πληρούν τα εξής τρία κριτήρια: Tα ετήσια ακαθάριστα έσοδα να είναι άνω των 25 εκ.δολαρίων, πάνω από το 50% των κερδών τους να προέρχεται από την πώληση προσωπικών δεδομένων και τέλος να έχουν στην διάθεση τους προσωπικά δεδομένα τουλάχιστον 50,000 καταναλωτών, νοικοκυριών ή συσκευών. 

Το GDPR παρουσιάζει, συνεπώς, ευρύτερο φάσμα εφαρμογής αφού σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό εκτείνεται σε διεθνές επίπεδο εκτός ευρωπαϊκών συνόρων και δεσμεύει περίσσοτερους τύπους οργανισμών και επιχειρήσεων, μίας και δεν περιορίζεται μόνο σε επιχειρήσεις που λειτουργούν για εμπορικούς σκοπούς.

Στου άρθρο 4(1) του GDPR υπό τον όρο “όλα τα υποκείμενα προσωπικών δεδομένων” θεσπίζεται προστασία των προσώπων ανεξαρτήτως αν έχουν ευρωπαϊκή υπηκοότητα. 

Το CCPA προστατεύει και αυτό τα υποκείμενα δικαιωμάτων, περιοριζόμενο, ωστόσο, μόνο στους κατοίκους της Καλιφόρνιας, καθ’όπως αυτοί ορίζονται από το Φορολογικό Δίκαιο της πολιτείας τους [CCPA-1798.140(g)]. 

Κοινό σημείο μεταξύ GDPR και CCPA, είναι ότι αμφότερα δεν εφαρμόζονται σε νομικά πρόσωπα (GDPR, Αιτία 14)

ΦΑΣΜΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ:

GDPR και CCPA ταυτίζονται σχετικά με τί είδους πληροφορίες προστατεύουν. 

Ωστόσο, ο ορισμός των προσωπικών δεδομένων είναι ευρύτερος υπό το CCPA, γιατί επεκτείνει την προστασία όχι μόνο στους καταναλωτές αλλά και στα νοικοκυριά.[CCPA, 1798.140(e),(t),(o)(q)]. Το GDPR, απ’την άλλη πλευρά, στο άρθρο 4(1),επίσης, παρέχει σαφή ορισμό των προσωπικών δεδομένων, ο τελευταίος, όμως, δεν επεκτείνεται στα νοικοκυριά. 
Αυτά δεν φαίνονται να εξαιρούνται ευθέως της προστασίας του ευρωπαϊκού Κανονισμού, μιάς και γίνονται σχετικές αναφορές σε αυτά άλλα άρθρα.

ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ:

Επιπλέον, το CCPA εξειδικεύει περαιτέρω τα είδη προσωπικών δεδομένων παρατίθοντας καταγηροποιημένες λίστες με τα υπό προστασία προσωπικά δεδομένα, συμπεριλαμβανοντας σε αυτά: Βιομετρικά δεδομένα, πληροφορίες τοποθεσίας, διευθύνσεις IP, ανιχνευτές συσκευών κ.ά.(CCPA, Section 1798.140). 

ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ:

To GDPR, στο άρθρο 9 εντάσσει στο πλαίσιο προστασίας του τα ευαίσθητα δεδομένα, επιτρέποντας την επεξεργασία τους υπό αυστηρές προϋποθέσεις. 

Ωστόσο το CCPA δεν προστατεύεται αυτή η κατηγορία δεδομένων. 

ΑΛΛΕΣ ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ: 

Το CCPA δεν προστατεύει προσωπικά δεδομένα που σχετίζονται με ιατρικές πληροφορίες, δεδομένα κλινικών μελετών, δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες μέσω κυβερνητικών αρχείων, όταν αυτά υπόκεινται σε άλλους κανόνες προστασίας. 

Αυτή η εξαίρεση προκαλεί ,ωστόσο, σύγχυση, μίας και δεν διευκρινίζονται με σαφήνεια τα κριτήρια υπό τα οποία αυτή πραγματοποιείται, λ.χ. καταλαμβάνεται μία ιδιωτική κλινική μελέτη από το πεδίο προστασίας του κανονισμού;

Το GDPR προστατεύει όλες τις δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες, χωρίς να εξαιρεί τα δεδομένα που σχετίζονται με την υγεία.

Στην “Αιτία 26”, το GDPR εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του τα ανώνυμα δεδομένα αλλά καλύπτει τα ψευδονυμοποιημένα δεδομένα στο άρθρ.4(5).  

Από την άλλη, το CCPA εξαιρεί τα μη ταυτοποιημένα δεδομένα και τα δεδομένα που αφορούν σύνολα καταναλωτών. [CCPA 1798.145 (a, 5)]. 

Σε αυτό το ζήτημα δεν παρουσιάζονται ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των δύο κανόνων προστασίας προσωπικών δεδομένων.

OPT-OUT

Χαρακτηριστικό σημείο για το CCPA είναι οι εναργείς ρυθμίσεις σχετικά με το δικαίωμα των καταναλωτών για opt-out, ώστε να παρεμποδίζουν πωλήσεις των προσωπικών τους δεδομένων από επιχειρήσεις σε τρίτα μέρη όταν δεν έχει παρασχεθεί σχετική συναίνεση.[CCPA,1798.120 και 1798.135(a-b)]. 

Αναλυτικότερα, το CCPA υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να έχουν διακριτό link στην αρχή της ηλεκτρονικής τους σελίδας που να αναγράφει ως επιλογή opt-out, επακριβώς την εξής διατύπωση “Do Not Sell My Personal Information”, δηλ. “μην πωλήσετε τις ιδιωτικές μου πληροφορίε”. [CCPA, Section 1798.135 (a),(b)]

Παρ’όλα αυτά, αξίζει να σημειωθεί ότι το δικαίωμα “opt-out” αφορά την αποτροπή της πώλησης σε τρίτα μέρη όχι την διαβίβαση δεδομένων σε άλλες επιχειρήσεις ή οποιαδήποτε άλλο τύπο μεταφοράς προσωπικών δεδομένων εντός του ίδιου οργανισμού.

Υπό το CCPA, οι επιχειρήσεις καλούνται να αναμένουν 12 μήνες για να επαναλάβουν την πρόταση τους, από τότε που αυτή απορρίφθηκε από τον χρήστη, ο οποίος άσκησε το δικαίωμα opt-out.

Aντίθετα, το γενικό δικαίωμα opt-out δεν παρέχεται υπό το GDPR. Υπάρχουν, όμως, άλλοι ισοσταθμιστικοί παράγοντες μέσω δικαιωμάτων που παρέχονται και παράγουν αντίστοιχα αποτελέσματα, όπως είναι το δικαίωμα να αποσύρεις την παρασχεθείσα συναίνεση.

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΑΙΔΙΩΝ: 

CCPA και GDPR διαθέτουν αυστηρές ρυθμίσεις σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων των παιδιών, παρουσιάζοντας, όμως, και σημαντικές διαφορές στην ειδικότερη τους προσέγγιση. 

Αρχικά, το CCPA εστιάζεται στην πώληση των προσωπικών δεδομένων ενώ το GDPR στο άρθρο 4(1) εκτείνεται και σε όλους τους τύπους επεξεργασίας δεδομένων. 

Συγκεκριμένα, στο CCPA η πώληση προσωπικών δεδομένων των παιδιών απαγορεύεται αν ο ανήλικος είναι κάτω από 16 και δεν έχει παράσχει συναίνεση.

Απευθείας συναίνεση μπορούν να παρέχουν παιδιά ηλικίας  μεταξύ 13-16. Αν είναι κάτω των 13, απαιτείται συναίνεση κηδεμόνα. [CCPA, Section 1798.120(c),(d)]

Επιπρόσθετα με τις διατάξεις του CCPA, αναφορικά με την προστασία των δικαιώματων των παιδιών στο διαδίκτυο εφαρμόζεται και ο νόμος COPPA, που έχει ανώτερη ισχύ από  το CCPA και επίσης απαιτεί συναίνεση κηδεμόνα σε περιπτώσης συλλογής και επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων ανηλίκων.

Το GDPR, απ’την άλλη πλευρά, στο άρθρο 8(1) ρυθμίζει ότι από την ηλικία των 16 ένας ανήλικος είναι σε θέση να αποφασίσει για το αν θα συναινέσει ή όχι σε ενέργειες που αφορούν τα προσωπικά του δεδομένα. Κάτω από την ηλικία των 16, η συναίνεση μπορεί να δοθεί μέσω κηδεμόνα. 

Αξιοσημείωτο, είναι ότι σε ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη το όριο ηλικίας των 16 μπορεί τεθεί στα 13 έτη.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗ ΛΗΘΗ

Το δικαίωμα στη λήθη παρέχεται και από τους δύο κανονισμούς. [CCPA, 1798.105, και GDPR, άρ.17] χωρίς να του προσδίδεται απόλυτος χαρακτήρας σε κανένα από αυτούς.

Συγκεκριμένα, υπό το CCPA το δικαίωμα στην λήθη επιδέχεται αρκετών εξαιρέσεων με τις εταιρίες να διατηρούν το δικαίωμα να αρνηθούν να ανταποκριθούν στο αίτημα αυτό επικαλούμενοι λ.χ. ότι χρειάζονται τις εν λόγω πληροφορίες για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. 

 Αυτό για εσάς που υπολαμβάνετε ότι είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο να χρησιμοποιείται το “δημόσιο συμφέρον” ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για την εξιλέωση κάθε νομιμοφανούς ενέργειας και την θεραπεία πάσας νόσου…αμ, δεν!

 Το GDPR, αντίστοιχα, περιορίζει τους όρους για τους οποίους κάποιος μπορεί να ασκήσει το αίτημα αυτό θέτοντας ορισμένες προϋποθέσεις, όπως έχει αναλυθεί λεπτομερώς σε προηγούμενες αναρτήσεις.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΦΟΡΗΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ:

Kαι οι δύο κανόνες προστασίας δεδομένων περιέχουν αντίστοιχες ρυθμίσεις σχετικά με το ζήτημα της φορητότητας. 

Βάσει αυτού του δικαιώματος τα άτομα μπορούν να ζητήσουν να τους παρασχεθεί αντίγραφο που θα παρουσιάζεται η χρήση των δεδομένων τους. Το αντίγραφο αυτό μπορεί να διαβιβασθεί σε άλλον οργανισμό σύμφωνα με το ίδιο αίτημα. 

Η μόνη διαφορά είναι ότι το GDPR στο άρθρο 20, εξοπλίζει τους χρήστες με το δικαίωμα όχι μόνο να ζητήσουν την παροχή αντιγράφου αλλά και να αιτηθούν τη διαβίβαση του αντιγράφου αυτού από τον υπεύθυνο οργανισμό σε τρίτο. 

Αντίθετα, υπό CCPA οι καταναλωτές μπορούν μόνο να αιτηθούν την χορήγηση αντιγράφου αλλά όχι την μεταφορά αυτού. [ CCPA, 1798.100(d), 1798.130(a)]

ΠΑΡΟΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ:

Σε GDPR και CCPA υφίσταται η υποχρέωση οι υπεύθυνοι επεξεργασίας και διαχείρισης δεδομένων να παρέχουν λεπτομερής και ορισμένη ενημέρωση στους χρήστες σχετικά με τα συλλεχθέντα δεδομένα. 

Οι διαφορές έγκεινται στο είδος της απαιτούμενης συναίνεσης υπό έκαστο καθεστώς. Συγκεκριμένα, το GDPR, στα άρ.13-14, απαιτεί από τους υπευθύνους ελέγχου και διαχείρισης δεδομένων να πληροφορούν τους καταναλωτές σχετικά με τις πράξεις συλλογής και επεξεργασίας των ιδιωτικών τους πληροφοριών καθώς και να καθιστούν σαφή την πηγή που απαιτεί τις πληροφορίες αυτές.

Το CCPA θέτει περισσότερες υποχρεώσεις για τις επιχειρήσεις που συλλέγουν δεδομένα, οι οποίες με την σειρά τους πρέπει να ενημερώνουν τους καταναλωτές για τα είδη των δεδομένων και τους σκοπούς για τους οποίους τα συλλέγουν.[CCPA,1798.100, 1798.110, 1798.115]  Η παρεχόμενη συναίνεση απαιτείται να ανανεώνεται όταν χρειάζεται τα δεδομένα αυτά να χρησιμοποιηθούν για νέους σκοπούς.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ

Το δικαίωμα πρόσβασης προσφέρεται και από τους δύο κανόνες.[CCPA,1789.110 και GDPR, Άρ.15].

Ωστόσο, υπό το CCPA, το δικαίωμα πρόσβασης περιορίζεται μόνο στα δεδομένα που συλλέγονται από τις εταιρίες εντός των τελευταίων 12 μηνών, ενώ στο GDPR δεν τίθεται τέτοιος περιορισμός και προσφέρεται ευρύτερο δικαίωμα πρόσβασης στους χρήστες.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΣΦΑΛΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ:

Το CCPA, συγκριτικά με GPDR, δεν ρυθμίζει ευθέως ζητήματα ασφαλούς επεξεργασίας θέτοντας σχετικά κριτήρια και προϋποθέσεις. 

Εγκαθιδρύει, όμως, το δικαίωμα άσκησης προσφυγής όταν υφίσταται παραβίαση προσωπικών δεδομένων λόγω μη επαρκούς συστήματος ασφαλείας που αποδίδεται σε υπαιτιότητα της επιχείρησης που φύλλαττε τα δεδομένα.(CCPA, 1798.150)

Απ’την άλλη το GDPR στο άρθρο 24 και 32 ρυθμίζει λεπτομερώς το εν λόγω ζήτημα, δημιουργώντας υποχρεώσεις για τους υπευθύνους συλλογής και διαχείρισης δεδομένων να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας για την επεξεργασία δεδομένων. 

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΔΙΟΡΘΩΣΗΣ:

Εδώ παρουσιάζονται ουσιαστικές διαφορές μεταξύ CCPA και GDPR, μίας και το CCPA δεν παρέχει δικαίωμα διόρθωσης. 

Επομένως, μόνο  το GDPR παρέχει στα υποκείμενα το δικαίωμα να διορθώνουν τις πληροφορίες τους όταν αυτές είναι ανακριβείς ή  χρήζουν συμπλήρωσης εφόσον είναι ελλιπείς, σύμφωνα με το άρθρο 16.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ-ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ-ΑΥΤΟΜΑΤΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ:

Το GDPR αν και δεν παρέχει δικαίωμα “opt-out” όπως στο CCPA, παρέχει μία σειρά δικαιωμάτων στα άρθρα 18, 21 και 22, τα οποία και εξασφαλίζουν αντίστοιχα αποτελέσματα.

Συγκεκριμένα, η δυνατότητα απόσυρσης παρασχεθείσας συναίνεσης για ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση παράνομης επεξεργασίας δεδομένων. Καθώς και η δυνατότητα εναντίωσης στην περίπτωση που τα δεδομένα τους χρησιμοποιούντα για εμπορικούς σκοπούς αλλά και σε περιπτώσεις αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων που αφορούν τις ιδιωτικές τους πληροφορίες, που μπορεί να έχει αντίκτυπο σε αυτούς, π.χ. η προφιλοποίηση χρηστών (profiling) βάσει παρασχεθέντων δεδομένων.

Από την άλλη μεριά, στο CCPA πλην του δικαίωματος “opt-out”, δεν περιλαμβάνονται αντίστοιχες ρυθμίσεις.

ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ:

Τόσο το CCPA  όσο και το GDPR ακολουθούν κοινή γραμμή σε σχέση με την αποτροπή πολιτικών διάκρισης έναντι των χρηστών από τις επιχειρήσεις.

 Υπό το CCPA, στο τμήμα 1798.125 ξεκαθαρίζεται ότι κανένας χρήστης δεν πρέπει να υπόκειται διακρίσεις κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του.

Στο GDPR παρότι δεν υπάρχει τέτοια ρητή αναφορά, υπάρχουν διάχυτες στον Κανονισμό ρυθμίσεις για την αποτροπή φαινομένων διάκρισεων και καταπάτησης θεμελειωδών δικαιωμάτων των ατόμων, όπως στα άρθρα 5 και 22.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ

Το θεσικό καθεστώς μεταξύ CCPA και GDPR είναι πανομοιότυπο αναφορικά με την υποχρέωση ανταπόκρισης σε έγκυρα αιτήματα των χρηστών λ.χ. για πρόσβαση σε πληροφορίες κ.ά. (CCPA, Section 1798.140,138,145 και GDPR, Άρθρ.12§§1-2). 

Ειδικότερα, η υποχρέωση ανταπόκρισης συνίσταται στην άμεση ενημέρωση από το ιθύνων όργανο. Για παράδειγμα, το GDPR προσφέρει περιθώριο απάντησης 45 ημερών. 

Και οι δύο κανόνες θέτουν περιορισμένο χρονικό περιθώριο για γραπτή απάντηση στα αιτήματα, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις δίδεται χωρίς κάποια οικονομική επιβάρυνση, εκτός και αν το αίτημα αποδειχθεί προδήλως αβάσιμο ή υπερβολικό.

ΠΟΙΝΕΣ/ ΠΡΟΣΤΙΜΑ:

 Στο GDPR οι ποινές εφαρμόζονται σε περίπτωση μη συμβατότητας προς τις διατάξεις του Κανονισμού ή όταν υπάρχει παραβίαση προσωπικών δεδομένων. 

Αντίθετα, στο CCPA οι ποινές επιβάλλονται ανά παραβίαση. 

Αυτή είναι μία σημαντική διαφορά στην νοοτροπία των δύο κανόνων, μίας και το CCPA επιβάλλει ποινές μόνο αν λάβει χώρα παραβίαση των προσωπικών δεδομένων ενώ στο GDPR επιδιώκεται η αποτροπή του ρίσκου παραβίασης, με το να τιμωρείται και μόνη η μη συμβατότητα των πολιτικών επεξεργασίας των δεδομένων μίας επιχείρησης προς το γράμμα του Κανονισμού. 

Μία ακόμα διαφορά είναι ότι το GDPR θέτει πλαφόν στην τιμή προστίμων ενώ στο CCPA δεν ισχύει τέτοιο όριο.

ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ:

Και οι δύο Κανονισμοί προσφέρουν την δυνατότητα προσφυγής σε περίπτωση που κάποιος θέλει να επιδιώξει αποζημίωση λόγω παραβίασης των προσωπικών τους δεδομένων. 

Συγκεκριμένα, το CCPA προβλέπει την δυνατότητα προσφυγής για ορισμένες περιπτώσεις όπως η κλοπή δεδομένων ή όταν η παραβίαση προσωπικών δεδομένων προκλήθηκε από αποτυχία της επιχείρησης να προστατέψει επαρκώς και καταλλήλως τα δεδομένα των χρηστών τους.

Η προσφυγή ασκείται μόνο κατά των επιχειρήσεων και όχι κατά των παρόχων υπηρεσιών και μπορεί να ασκηθεί με σκοπό την αποκάτασταση ζημιών μεταξύ $100 – 750.(CCPA, Section 1798.150). 

Υπάρχουν, ωστόσο, αυστηρές προϋποθέσεις για την άσκηση προσφυγής όπως η προηγούμενη ενημέρωση ειδικού οργάνου (attorney general), κάτι που δημιουργεί την δυνατότητα έναρξης δικαστικής διαμάχης άρα και καθυστέρησης της σχετικής χρηματικής ικανοποίησης. 

Απ’την άλλη μεριά, υπό το GDPR η δυνατότητα προσφυγής προσφέρεται για μία ευρύτερη γκάμα παραβιάσεων προσωπικών δεδομένων, περιλαμβάνοτας ηθικές και υλικές ζημίες που μπορεί να επήλθαν από την παραβίαση αυτή, κατά το άρθρο 82 και την Αιτία 42 του Κανονισμού.

Εν κατακλείδι, GDPR και CCPA παρουσιάζουν αρκετά σημεία ταύτισης αλλά και αξιοσημείωτες διαφορές. Γενικά, το GDPR παρουσιάζει εκτενείς ορισμούς αλλά το CCPA παρέχει σε ορισμένες περιπτώσεις εκτενέστερο πλέγμα προστασίας με λεπτομερέστατες ρυθμίσες. Σίγουρα υπάρχει αρκετό περιθώριο βελτίωσης και εξέλιξης στο άμεσο μέλλον και των δύο νομικών πλαισίων προστασίας. Το GDPR παρουσιάζει προβάδισμα λόγω της συνεκτικοτητας του αλλά και το CCPA αποτελεί ορόσημο για την νομική προστασία των προσωπικών δεδομένων στην ιστορία των ΗΠΑ.

Mαριάντζελα Φραγγή, Δικηγόρος, LLM Εμπορικού και Εταιρικού Δικαίου με εξειδίκευση στον Κανονισμό Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (GDPR)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *